Τι κρίμα , τι κρίμα , ψέλλιζαν τα πεσμένα μάτια στα πλακόστρωτα της Ανδαλουσίας , τι κρίμα τι κρίμα , επαναλάμβαναν ρυθμικά τα σύρματα στον ουρανό που τύλιγαν το φτωχικό κορμί , θα σε πάρω , θα σε πάρω κάγχαζε το σπασμένο πόδι στην άλλη ακτή της πλατείας κουρνιασμένο πίσω από το σιντριβάνι του βόθρου , θα σε πάρω , θα σε πάρω από εδώ επαναλάμβανε το νεκρό νερό των θεριστών που έτρεχε από τις στάμνες στα γαριασμένα στόματα .
Ο χασάπης έσφαζε δυο νότες στο γόνατο του μια του ξέφυγε και κρύφτηκε στα πούπουλα μια κότας που εκείνη την ώρα γεννούσε το αυγό της , τρόμαξε τόσο πολύ που σφίχτηκε απότομα και το εκσφενδόνισε στην βεντάλια της Δόνας , γέμισε νεκρά αηδόνια ο τόπος .
Και τι ? από τον κώλο μιας κότας και μια φοβητσιαρας νότας
απόκτησε χρώμα και ήχο ο βόρβορος ...
mat