Τρίτη

Αμετάκλητη βεβαιότητα


Υπάρχει μια αμετάκλητη βεβαιότητα
στο δάγκωμα των καιρών
μία τελεσίδικη απόφαση στον βρυχηθμό του αγέρα
που γρατζουνάει καθώς ξεψυχά
 τα γητεμένα από την λησμονιά του χειμώνα περβάζια
Κι όσο κι αν προσπαθώ ν’ αποφύγω την ερμηνεία
δεν τα καταφέρνω
Τα δέντρα απαρνήθηκαν τις ρίζες τους
άνοστο πικρό χώμα
η θάλασσα βουβή
θολά τα αστέρια
φεγγάρι δεν στηρίζουν
κι ο ήλιος ξένος 
μ αγγίζει και παγώνω

Τώρα πια όλα σωπάσανε
εκτός από τους εφιάλτες
Ακατάπαυστα ουρλιάζουν 
έστω και με κομμένες τις χορδές

ολοένα και χτυπά λιγότερο
 το σύννεφο της πλάνης μου
τα φύλλα με εγκαταλείπουν
και το κορμί μου δακρύζει
αναρωτιέμαι
πόσο θα αντέξει ακόμη το χώμα τις σάπιες απολήξεις
που άνυδρο γυρεύουν ουρανό
Χαϊδεύω την ουρά ενός παρελθόντος
ενόσω γεννώ τα παιδιά μου τυφλά
Αυθαίρετα λάβαρα
θα πεις στο σημείωμα  της αιχμαλωσίας
αλλά δεν θα αντιδράσεις
 στην επέλαση ούτε στην αλεσμένη σου σάρκα
όταν αυτή σου προσφέρει ακόμη θαλπωρή


Μαρία Ροδοπούλου - Ματθαίος Ματθαιάδης

Κυριακή

Φωλιά στα σύνορα




ΛΑΜΑΡ [ЛАМАР (1898-1974)]:
Τα πουλιά περνούν τα σύνορα
Αχ, τι ευτυχία, τι τύχη εκπληκτική:
σύνορα τα πουλιά δεν εμποδίζουν!
Οι άνθρωποι, χωρίς άλλο, το γνωρίζουν,
μα δεν το εννόησαν οι πολιτικοί!
Κι απ’ όλα τα ημισφαίρια,
αράδα-αράδα τα πουλιά αποδημούν,
μα στην παλιά πάλι ξαναγυρίζουνε φωλιά,
πάνω απ’ τη Βουλγαρία και την Ελλάδα.
Και στεκόμαστε εμείς και τα κοιτάμε
πίσω από των συνόρων τη γραμμή.
Πότε θα το μπορέσουμε κι εμείς
στους φίλους ανεμπόδιστα να πάμε;
Μετάφραση: Άρης Δικταίος


Κάπου, κάπου στρέφεται το βλέμμα ανατολικά , εκεί που λέγανε πως βρίσκεται η Εδέμ και νοιώθει ακόμη τράβηγμα η καρδιά να προσπεράσει το σημείο θαρρώντας πως εύκολος είναι ο γυρισμός στην επιφάνεια της προτελευταίας ανάσας .
Κάπου, κάπου λαθεύει η Ιστορία και βγάζει σκάρτη την αλήθεια σου κι έτσι προτού σε βρει η γεύση της απώλειας γυαλίζεις τα προικιά και τα νομίσματα για τις άγριες νύχτες του βορρά . Σρεμπρένιτσα , Σαράγιεβο, Βλασένιτσα , Τούτσλα, Βίτσεγραντ . Καπνιά και στάχτη και μάτια θολά, ακόμη με την πλάνη του αγέρα και τον άλλο θεό να απουσιάζει .
" Κλειστό, λείπω για τάβλι με τον αναμάρτητο, αν φέρει εξάρες παίρνει την Δύση αν φέρω ντόρτια του κέρδισα τον Νότο "
Κι ύστερα έρχεται ο χάλκινος αυλός να σπάσει τα κλαριά των αδερφών με εκατομμύρια διαιρέσεις, όπως η γέφυρα στην Μιτρόβιτσα που χώρισε την "φιλία" με μπάζα και διπλές πινακίδες κυκλοφορίας .
Φορώ το καθαρό μου κούτελο κι έναν σταυρό στο μπράτσο για τον βορρά και μια σελήνη βρώμικη για το απόγευμα του Ιμάμη όμως ίδια είναι η στέγη των ανθρώπων, ίδιο ψωμί, ίδιος ουρανός κόκκινο και απαράλλαχτο το αίμα .
Μόνο η γη και τα διψασμένα δέντρα συγχωρούνε τα περιστέρια όταν πεθαίνουν,
ο άνθρωπος, απλά, σκάβει το μνήμα .
Βαριά η στέγη των ανθοφόρων ματιών και τα πουλιά που χώρεσαν δέκα πατρίδες στα φτερά τους βουτάνε στις λίμνες κάθετα, σιωπηλά, δίχως μια ρυτίδα να χαράζει την ηρεμία της .
Όταν αρχίζουν την κάθοδο οι κορμοράνοι, μαζεύονται κι οι πελεκάνοι σιμά λες κι έχουν κάμει συμφωνία πως θα μοιραστεί η ευλογία . Βρίσκεται τότε η αναπνοή που σαν τραγούδι σου ανοίγει στίχο στίχο την καρδιά, στέκει στο πλάι σου να μοιράζει καλαμπόκια στα γριβαδια και τα τσιρόνια .
Δυο δρασκελιές αέρα παραδίπλα από τον τελευταίο άγιο, στήνει την Βίγλα ο θάνατος, αιώνια μνήμη ο ψίθυρος που διεκδικεί πατρίδα .
Πατρίδα είναι τα μάτια μου, η καρδιά μου, το αίμα που συγχώρεσα κι ας μίσησα τον κομιτατζή με το μαχαίρι . Πάω στον τόπο του με σφραγισμένη την μετάνοια και ναι το ίδιο τραγούδι λένε τα φυλλώματα, με τα ίδια απορρίμματα μετράει το Kazhani, το Jankovec η Οχρίδα τον χιλιομετρικό οδοδείκτη, πλάι στο ποτάμι του εθνικού δρυμού που κλαίει τους φόνους .
Ένα ένα καθαιρώ τα σύνορα στα καμπαναριά και τους μιναρέδες της Κορυτσάς με την αγκαλιά και την ευχή του καντινιέρη στο Lin .

"Ίδιοι οι άνθρωποι,
πεινάς ;
να σε φιλέψω,
διψάς ;
να σε τρατάρω μια δροσιά,
στο πουθενά εκεί που δεν ελπίζεις, βρίσκεις στερέωμα για το δακρυσμένο κράνος, γιατί εκείνο τράβηξε όλους τους λυγμούς της δύσης, καθώς άνοιγε η ζελατίνα κι εφορμούσαν οι ψυχές με λυμένα τα φτερά τους.
Πόσα σύνορα χωράνε στα φτερά των πουλιών ;
πόσες πατρίδες γνώρισαν ;
εδώ μετράμε ακόμη πτώματα που κάποτε σπέρναμε βελανιδιές .
Άφησα πίσω μου τις κραυγές των αετών και φώλιασα στην αγκάλη της αρκούδας για μια ρακή κι ένα λουκούμι μετά την ευλογία της μεγάλης Μάνας , αυτή πρώτη συγχώρεσε τον πόνο ακολουθώντας το παραστρατημένο μνημόσυνο αυτού που είδε διαφορετικά τον κόσμο.
Η φωλιά μου είναι από κλήματα , μάγμα και σχιστόλιθο για στέγη.
Η καρδιά μου, κουβαλάει νερό από πηγή κι έναν στερνό σταυρό που διαρκώς διψάει .
Ίσως να μην υπάρχει θεός, ίσως να πέθανε όπως λέει ο Νίτσε, και μείναμε  να προσκυνάμε το φθαρτό, το πλαστικό, μα σαν γυμνώσεις ένα σώμα η σάρκα τον ίδιο πόνο θα φορέσει για να διαβεί τις ουτοπίες .
Όποιο σκεύος κι αν λατρέψεις, όποιον θεό κι αν καθαιρέσεις, σαν φτάνεις στους αυχένες και τα αλπικά περάσματα που ευδοκιμεί ο άνεμος κι ο ίσκιος σου, αναζητάς την κραυγή του αετού, μετράς με την χούφτα τις καμπές που σε έφτασαν ως εδώ πάνω, ξεχνώντας το σφραγισμένο διαβατήριο , τι να το κάνεις ;
δεν τιθασεύεται ο δρόμος και όσο πιο ψηλά τόσο πιο ανάλαφρα ηχεί η καρδιά σου. Πίνω σύννεφα ενός αλλού τόπου, μόλις πριν λίγο πέρασαν πάνω από την Σερβία, το Κόσοβο, την Αλβανία, στάθηκαν στα Ακροκεραύνια για λίγο, να δροσίσουν τα βάσανα της πέτρας στην Πρεμετή, την λάβα της Κορυτσάς με τις γυμνές κάνες και κανείς δεν ζήτησε πασαπόρτι .
Πούθ’ έρχεσαι; που πάς; μια μπύρα στην Πυρσόγιαννη, στην Βούρμπιανη, στην χτισμένη ιστορία που διάβηκε την οικουμένη σαν ακρογωνιαίος λίθος στις στροφές του Σαραντάπορου και μάρτυράς μου, ο γερασμένος κόμπος της Καρυάς που πήρε την μορφή του ασκητή, πως η συγχώρεση ξεκινάει από τον εαυτό μας. 

Πόσο πιο ταπεινό να γίνει το πάτημα στις Αρένες που ολόκληρος ο Γράμμος αντιλάλησε απ το αίμα; κι ύστερα πάλι στην Κορυτσά να γέρνει το κεφάλι, από την μια ανάσταση κι από την άλλη το θεριό που ανακαινίζει την λατρεία .
Έχω δυό κάρβουνα στα χέρια, το ένα το φύτεψα στην αυλή μου, το άλλο το έτριψα στον άνεμο την αυγή, στο πιο μακρινό μου βήμα, εκείνο που πέρασε τα σύνορα κι ας ήταν λιγοστά, έγιναν δέντρα και τα δυό με αλλοπρόσαλλες φωλιές για κορμοράνους και τσικνιάδες, σε τόπους που δεν ευδοκιμούν οι καλαμιές αλλά χαράχθηκαν τα μάρμαρα των αλωνιών από οπλισμένα πόδια, μύρισε μνήμη ο άργυρος κι ο χαλκός που τεχνουργήθηκε για να εξαπλωθεί το αριστούργημα δεμένο με φιλιγκρι και γράνες.

Άγνωστοι μείναμε, στα κρεβάτια μας, στα βιβλία μας, στις βιτρίνες των Εθνικών ευεργετών που σπείρανε φιλντισένιους ναούς στα δίστρατα για τον αναπαμό του διαβατάρη που μόλις έχασε την γέφυρα γιατί αντάμωσε το δακρυσμένο ζορκάδι.
Άγνωστοι μείναμε σαν αλειτούργητες εκκλησιές που αλυσοδέθηκαν απ τα τρανά μας όνειρα
Έβαλα στις βαλίτσες, λιβάνι νάρδου, κεδρόμηλα του Αι Γιώργη και βασάλτη γιατί δεν θέλω να σκλαβώσω το νερό που μέσα μου κυκλοφορεί .



Όταν θα λιβανίζεις, για εκείνα τα πουλιά που χάθηκαν στον δρόμο θα τραγουδά ο αγέρας . 


 mat

The Maker

could i laugh again...



Με ένα τραγούδι κολλημένο στο μυαλό από το πρωί σχεδόν , άντε δύο , το δεύτερο σφήνα αργότερα το μεσημέρι . Παρεμβολές ηχητικές σε μια μνήμη κενή σε ψυχή τραυματισμένη , σαν ορατότητα που δοκιμάζει την διαφυγή από την ορεινή ομίχλη
Again , again , again , again , could i laugh again … again again again …Behind these hazel eyes και ψάχνεις το σκονισμένο παντελόνι , την καμένη από την εξάτμιση κορντούρα για να τρέξεις μακριά , ίσως γιατί δεν θέλεις να περάσεις άλλη μια νύχτα με την σκιά των χαπιών της λήθης στον οισοφάγο , για να αποφύγεις την εφτάχρονη ερμηνεία που σε κυνηγά . Η βαλβίδα εκτόνωσης κλειστή από καιρό , αργεί πολύ να ξεκολλήσει , ένα κρακ χρειάζεται να ακούσεις σαν κι αυτό που συνέβη μέσα σου και να εξατμιστεί όλη σου η φιλοσοφία , όλη σου η αγνότητα που αντιμετώπιζες την ανθρώπινη ύπαρξη και σχέση  . Ένα τραγούδι , δύο τραγούδια κι ένας τρελός που υπήρχε στην κάρτα του τηλεφώνου , η φθαρμένες κορντούρες τα τρύπια γάντια και το βρώμικο κράνος να κλείνει την πόρτα . Η αγωνία της αγαπημένης σου της ερωμένης σου της μοναδικής που δεν θα σου χαλάσει ποτέ την καρδιά , με την υπομονή αγίου και τα λερωμένα από τους δρόμους φανάρια να σε δέχεται , να σε καλωσορίζει επάνω στην ράχη της . Όχι ποτέ επάνω , μέσα της , έτσι σε υποδέχεται με την ψυχή να γουργουρίζει μπάσα , με την καρδιά να τρίβεται υγρή στην ανάφλεξη της και η αναπνοή να εκσφενδονίζεται μέσα από το Τιτάνιο και να γεμίζει αγέρωχα τα ανθρώπινα αυτιά σου
Εσύ μέσα στην μοτοσυκλέτα εκείνη μέσα σε εσένα να αναρωτιέσαι ποιος έχει την πιο μεγάλη ανάγκη για σκοτάδι , ποιος θα ξεπεράσει τον εαυτό του , το όριο του .
Εκείνη με την μαύρη της θωριά να ταλαντώνει κάθε τόσο το πλαίσιο , σε κάθε πίεση αντίθετης στροφής , εσύ να φανερώνεσαι άνεμος με ανοιχτό το κράνος και τέρμα την μουσική , σε μια χορογραφία συμπαντική , σχεδόν ερωτική με την ηδονή να σπα
ράζει στο δεξί γκρίπ . Και ύστερα γίνεσαι νύχτα , γεννιέσαι και πεθαίνεις πριν το δειλινό στην έξοδο , στο χάσιμο του πίσω τροχού σε κάποιο ορεινό χωμάτινο μονοπάτι , εκεί που σε πιέζουν οι σκιές , εκεί που σε τρέφουν τα λασπόνερα , εκεί αναμειγνύεις τις κουρασμένες λέξεις , τις απαγορεύσεις , τα φραγμένα λόγια και τις αντικαταστάσεις με την ερχόμενη τυφλή στροφή , με το πέταλο που δεν πρόλαβες να φρενάρεις αλλά σε έσωσε η βαριά μπότα και το γκάζι που έτρεξε πριν από εσένα , σαν δάκρυ που αβίαστο έσταξε από το μόνο άστρο που είχε εκείνη την ώρα μόλις κρυφτεί πίσω από το τελευταίο δέντρο που προσπέρασες . Έτσι σαν το αβίαστο σ΄ αγαπώ που πετάχτηκε στο μαξιλάρι .
Ένα ντεπόζιτο χρειάζεται γεμάτο και τριάντα ευρώ για την επιστροφή . Ένα ντεπόζιτο και τα χιλιόμετρα που δεν μετράν ποτέ την ευτυχία , μόνο κρατάνε από το χέρι την ανατολή που έσκαζε κάπου πίσω σου ανυποχώρητη στην παράκληση σου να αργήσει αυτή την φορά , να μην σε προλάβει , να την προσπεράσεις και να έρθει πάλι η νύχτα στα καλογραμμένα όρια του ορίζοντα , να ακολουθείς μόνο τα τεχνητά φώτα της χαμένης σου πόλης , της κλεισμένης σου διαδοχής .
Κλέβω τον αέρα  για την ερωμένη μου , με χαϊδεύει ακόμη ο ήχος της απώλειας και στο χέρι μου είναι σφραγισμένη η τελευταία της εκτόνωση . Δεν έχει σημασία που αύριο θα μετράω πάλι τις ίδιες λευκές γραμμές  , ούτε το ότι θα κάνω πως πιστεύω την κάθε της υπόσχεση για την αδιαφορία στην έλξη της . Ξέρει πως θα συνεχίζω να  περνάω με κόκκινα την πιο απαγορευμένη διασταύρωση και θα τερματίζω την ανάρτηση στην ανάποδη στροφή κάτω από την μεγάλη γέφυρα . Μέχρι να χαθεί η πρόσφυση .
Μέχρι να σκάσει πάλι το χαμόγελο πίσω από τα μάτια του χαλαζία που έσπασε τον χρόνο . 



mat

 

Δευτέρα

Ωχρή Ανεμώνα




Θέλησα να αρνηθώ την προσφερόμενη ανεμώνη
κι έτσι προσπέρασα βιαστικά τον τραγουδιστή
Φυλακισμένος με τα απομεινάρια χθεσινού δείπνου
απειλώ τον δεσμοφύλακα  πως αν μου λύσει τις χειροπέδες
μπορεί με τα ψίχουλα να κατασκευάσω τον εχθρό
οπού θα κοιμίζει στην αγκαλιά
για να καταστείλει τις εξεγέρσεις
που ξύπνιο με κρατούν 

Εκείνος τότε γελά εγκάρδια και μου προσφέρει
πάλι μιαν μαδημένη ανεμώνα

~ κάνε μελάνι με τους σπόρους
να υπογράφουν οι στρατιώτες
στα άγια νυμφίδια με τους γερασμένους πόρους  ~

Μελάνη νοθευμένη , ανόρεχτη , υγρή λαβωματιά
να ρέει όπως ποθώ να λειτουργήσω
κι έπειτα τις καταβολάδες που σε υπόγειες σήραγγες
φύονται κι αντρειεύουν κλέβοντας την διάσταση  
κρύβομαι με  τα ωχρά στιλέτα  
που σχίζουνε το φορεμένο δέρμα

Δυό φίδια με κυνηγούν
το ένα με παλεύει με την φωτιά
το άλλο με τον αέρα σύμμαχο την θεριεύει
και τα δυό κατατρών  τα σωθικά
Γεννούν τα αυγά τους με τέτοια συχνότητα
που αδυνατώ να τα συγκρατήσω
Εκσφενδονίζω την ημέρα
όλες τις βραδινές αποπλανήσεις
κι ενταφιάζω την πιο αγαπημένη
μην την προδώσουν
τα περσινά ερωτευμένα μάτια
στα χείλη του εχθρού μου

Δαιμονισμένες νύχτες που γύρευα το αίμα
θέλοντας έτσι να δοκιμαστώ
στην αγωνία της σφαγής
περνούν από τους κόμπους του χεριού μου
Τριάντα τρία « κύριε ελέησον »
κλείνουν  την πόρτα
τα εφτά σκαλιά που ανέβηκα
στην ίδια προσευχή οδηγούν
οι οίκοι που κατοίκησα
το ίδιο άνθος στο οικόσημο
μια κάτωχρη ανεμώνη
σαν παραπλανημένη εξέγερση
Στερημένη ώρα αποχωρώ
με τον αιμόφυρτο τραγουδιστή
να με αγκαλιάζει
και τον πραματευτή της νύχτας
να ουρλιάζει
μην δέχεσαι αυτήν την ανεμώνη
… 

mat

 

Αντί επιλόγου



Και να που χαθήκαμε στους προλόγους
με μοιρασμένες άδικα τις καρδιές
λόγια που αντανακλαστικά συνομιλούν
στις ευαρέσκειας την κοινοτοπία
Να που άπλωσε το χέρι παραπάνω
μπαίνοντας ερωτηματικά η προφορά  
κι έλαβε την βεβαίωση πως είναι διαρκής
στις ώρες όμως μόνο που χάνεται ο φόνος
έπειτα εισβάλει ο τόνος με διάθεση κτητική
και πεζός όπως είναι διακορεύει
την πιο δυνατή λέξη
Γιατί ,
μονάχα λέξη μπορείς να την εννοήσεις
Όταν δεν καίει τα χείλη
Όταν αδύναμη φέγγει στα μάτια
Όταν δεν επανεκκινεί την ευθεία
να την κάνει κλωστή μπερδεμένη
με αστρόσκονη και λάβα
Κι ύστερα μέμφεσαι την απώλεια
την φλέβα που κάηκε σε μια στάση
με το τσιγάρο που πετάχτηκε του διαβάτη
Πόσα ακόμη σαλιωμένα απόβραδα
χωράνε σε ένα πακέτο
δίπλα από την γέφυρα των εσταυρωμένων
πλάι στα ρημαγμένα αγιάτρευτα μάτια
πόσα αλλότρια «μωρό μου»
να ράψουν στα σάπια μου κόκαλα
που σαν περόνες απασφαλίζουν
τις ενθαρρύνσεις
που βελονιάζουν τον επικήδειο φόβο
στον καμβά του προλόγου
Παράλογες οι μεγάλες γιορτές
που συναντιόνται σαν λιόβροχα
όταν γευματίζεις με μνήματα .


Πέμπτη

(Α)Συμφωνία σε ρυθμό παρωδίας




Κοιτάξτε με
είμαι εγώ που γύμνωσα τα δέντρα
που αποκαθήλωσα τις φράσεις
η Δωροθέα , η Ευλαμπία
την μέρα κατηγορώ τα Ταμπούρια
τα Καμίνια την Δραπετσώνα
για το χαμένο ζωντανό φτωχό τους χρώμα
αδιαφορώ για το τι λέτε
και δείχνω την γυμνή μου θλίψη
παίζω στα δάχτυλα τις εναλλαγές
μα εσείς

Κοιτάξτε με
είμαι η άποψη σας
η όψη μου είναι ο πατέρας που δεν έλιωσε
τα πέλματά μου ακολουθούν την μυρωδιά σας
κοιτάξτε με
με την σκουρόχρωμη κορδέλα
στα αθώα μου μαλλιά
τι όμορφη είμαι
τι πεθαμένη όψη που έχει η καρδιά
Σας κουβαλώ μαζί μου
σε κάθε παραχώρηση στον Άγιο Παύλο
στην Αχαρνών , στην Μάρνη
που ξέφυγε από το μαντίλι μιας άλλης προσευχής
σας κουβαλώ στην παρακμή μου
με ένα χαρτί που υποθήκευσα
για να με κοιτάτε

Κοιτάξτε με
θέλω το χειροκρότημά σας
να ζωντανέψει το αίμα που δανείσθηκα
να αφαιρέσει από τα βλέφαρά μου τα κάρβουνα
αυτά σας προσφέρω
κάθε πρωί
κάθε μεσημέρι
κάθε απόγευμα
με κάθε ευκαιρία
για αυτό κοιτάξτε με

Κοιτάξτε με
μόνο τα πρωινά
Τα βραδινά φορώ την λαμπερή μου ετικέτα
ντύνομαι παρεμφατική έγκλιση
για να γευτώ το διαπασών
με προαστιακές εκκρίσεις  
αλλά και πάλι στα παραπήγματα
των πρωινών κατηγορώ καταθέτω την πλάνη
Στα Εξάρχεια , στο Γκάζι
στους σταθμούς του Μετρό
μετρώ τα πόδια με αναλαμπές
χαϊδεύοντας των ματιών την προστάτιδα
αποκολλώντας τα αιολικά μου δώρα

Γιατί

Είμαι η καθημερινή φωνή που ράβεται
σύμφωνα με τις προσταγές σας

Κοιτάξτε με

Συνενοχή με λένε
συνενοχή και υποκρισία

mat

Η σκιά της καθαίρεσης



Ούτε ένα δάκρυ δεν καθαιρέθηκε
για την υποστολή μας
τα μάτια καρφωμένα χαμηλά
μα το μυαλό σε άλλη Σημαία
που είχε τέλεια καλύψει
τον διαβρωμένο της ιστό
για να ταιριάζει στον αθώο κυματισμό
έτσι όπως περίτεχνα έγερνε αθώα το κεφάλι
ο διπλωμάτης του φτηνού κονιάκ
της Κυριακές
Ένα κουρέλι που στον άνεμο αφέθη
να το πονάει το γαλάζιο του ουρανού
με το ξεθωριασμένο του σχοινί
να πνίγεται απ τον χρόνο
διψώντας για φωτιά
και δάχτυλα ορίζοντες
Ούτε ένα δάκρυ δεν έσταξε
για την καθαίρεση μας
γιατί ανακαλύψαμε πριν την υποστολή μας
πως ήταν τα δωμάτια διπλά
και τα κενά μνημόσυνα
που κουρασμένα γέρναγαν  τα τζάμια
αντανακλούσαν τα απατηλά φιλιά
Βοηθούσαν βλέπεις τα σημαδεμένα χέρια
εκείνα που δεν γνώρισαν ζωντανή βελονιά
ούτε χαιρέτισαν δια χειραψίας σφιχτά
του μνήματος την αντιλαλιά
παρά μονάχα σαν ηχώ και σαν δραματουργός χορός
ακολουθούσαν τον κενό βηματισμό
και σαν καθρέφτισμα τσαλακωμένο
αντιφωνούσαν την επίδοξη φωταγωγία
Κανείς δεν κλαίει στις υποστολές
Γιατί το βλέμμα είναι χαμηλό
και τής καθαίρεσης τον ήχο  
καλύπτει ο ίσκιος της καινούριας σημαίας.

mat

Παρασκευή

Χτισμένο παράθυρο



Τα ελατήρια πονάνε τα πλευρά  
είμαι μια ξαπλωμένη μάζα
άμορφη , δύσκαμπτη
σε κρεβάτι δίχως  στρώμα
δίχως σκεπάσματα
δίχως μαξιλάρι
σκεπάζομαι με την κουρτίνα
δεν την χρειάζεται το χτισμένο παράθυρο
κρυώνω
ιδρώνω
ανοίγει το άμορφο σώμα
η μάζα λιώνει
σχηματίζει ένα χέρι
ένα μοναδικό χέρι
που ανασύρει το βρώμικο πάτωμα
Η εικόνα μου
κουβαλά δεμένο κουτί
μικρό για το βάρος του
με κόμπους αδίστακτους
ένα τραπέζι
ένα τραπέζι
χρειάζομαι ένα τραπέζι
που είναι ένα τραπέζι
να σηκώσει τόσο φορτίο
ένα χέρι με  δάχτυλα ολόκληρα
με τα νύχια ακονισμένα
να λύσει τους κόμπους
δεν έχω νύχια
δεν έχω δάχτυλα
είμαι μια άμορφη μάζα
ένα λιωμένο σώμα
ένα μαχαίρι
ένα μαχαίρι
να κόψω τα σχοινιά
μα είναι τόσο βαρύ πανάθεμα
πώς κι είναι τόσο άδειο
και ποιος έδεσε χίλιους κόμπους το κενό
Με περιφέρω
σαν επιτάφιο αστόλιστο
από δωμάτιο σε δωμάτιο
με ερωτεύεται η θλίψη
γυμνή μου προσφέρει την σάρκα
κι εγώ μια ιπτάμενη άμορφη μάζα
καρφώνω το άδειο κουτί
τα καρφιά διαπερνούν το ταβάνι
τους τοίχους
το πάτωμα
κι η μάζα μου ρέει στις σωλήνες 
του καλοριφέρ 
της ύδρευσης 
της αποχέτευσης 
για να επιστρέψει στο κρεβάτι
με τα γυμνά ελατήρια
να εισχωρούν στα πλευρά
και την κουρτίνα να με πνίγει.


Τετάρτη

Πληρωμένη ουτοπία



Οι επιστροφές είναι σειρές
με δυστυχισμένα φώτα στην Champs Elysées
και συστοιχίες με τις ανθισμένες Τζακαράντες
στην παγωμένη οδό Αθηνάς
Πώς μπέρδεψα τα μάτια μου
με τόσα πεθαμένα άνθη ;
Ίσως η ευθυμία που έβγαζε η μάσκα
κι αυτό το ψεύτικο χαμόγελο του δρόμου
που τράβηξε την φωτογραφία
Η Champs Elysées κοιμάται
με ρυθμικές κοφτές ανάσες
Η οδός Αθηνάς προσπερνά
με πληρωμένες ουτοπίες
κι εμένα το βλέμμα αργό
να κόβει τα θλιμμένα σκαλοπάτια
με την πρωτόγονη αφή του ξυρισμένου δέρματος
στα χέρια που διερεύνησαν χυμούς
Έλα να σ' αγκαλιάσω
ως πρόστυχος καπνό να μπερδευτώ
στ αυθαίρετά σου πόδια
και τύλιξέ με στο χιόνι των ανθών σου
κάτω από φύλλα
κάτω από δυστυχισμένα φώτα
με τους πλανόδιους χορευτές
και τα τσιγγάνικα μάτια
που κρύβουν επιβραβεύοντας σιωπηλά
Μικρή τσιγγάνα
που χορεύεις φλαμένκο στην παλάμη μου
ξαφρίζεις την αγάπη από τα ρόδα
κι έμειναν άδειπνες κόγχες
κάτω από τα μελανά μάτια
Στο σώμα μου κοιμάται ένα φίδι
που έχει ένα σπουργίτι στην κοιλιά
και έναν υδροχόο στην ουρά
τρέφεται από του στήθους την πληγή
φροντίζει πάντα να αιμορραγεί
καθώς την ποτίζει με τα δυστυχισμένα φώτα
της Champs Elysées τυλιγμένης στην ομίχλη
Από τον τρίτο όροφο πήδηξε μια απώλεια
και προσμετρήθηκε έλξη
Το σπουργίτι τσιμπολογάει ψίχουλα
από την φούχτα του δανδή
το φίδι κουλουριασμένο ξεδιψά στην πληγή μου
και η οδός Αθηνάς μοιάζει ακριβότερη στην φτήνια της
από την πληρωμένη κάμαρη
Τα ίδια φώτα ανάβουν στον τρίτο
με έναν λυγμό στα μισοβγαλμένα ρούχα
την άλλη μέρα θα ήθελα να σε γευτώ ξανά
στον τρίτο
στο ισόγειο
στο υπόγειο
στην Ηλύσια οδό Αθηνάς
με πληρωμένο χρόνο
σαν πινακίδα Νεον μισοσβησμένη
όπως ακριβώς είναι το όνειρο .

Δευτέρα

Κέρινες επιφάνειες

Είναι οι μέρες που κρύβω την επιφάνεια
περνώντας με κερί και την ίδια σκόνη
τις ραγάδες στο θηλυκό μου σώμα
έτσι αποκρύπτω την δεύτερη φύση
που επιτρέπει την ευκολία

Δεν θέλω να ξέρεις που βρίσκομαι
σε ποια τράπεζα τοκίζω την αγνότητα
για να έχει ισχυρό κίνητρο η άρνηση

Δεν θέλω να βλέπεις με πόση ελαστικότητα
εισχωρούν οι χειροποίητες λαβές
καθώς ανοιχτά δώρα
μοιράζουν τα υψωμένα γόνατα
στην αποστεωμένη σκιά ενός τόξου

Με κυνηγά η αθώα ελαφρότητα
το τυχαία φλεγόμενο δαδί
όταν με επαρμένα ακροδάχτυλα
που δεν γνωρίζουν χρώμα
είδος , πατρίδα , σύνορο
εξουσιάζουν την πόλη μου

Δεν θέλω να ξέρεις πως το φως
πίνεται σε ψηλά ποτήρια με γρεναδίνη
στους δερμάτινους καναπέδες

-εγώ το πίνω με αίμα-

αναθεωρώντας την έλξη

Φορώ δυο ακατέργαστες σταγόνες
από του λαιμού τις εκκρίσεις
αφήνοντας σημειώματα
στα ψυχρά ντουλάπια
γιατί
δεν θέλω να ξέρεις
πως κρύβω με θηλυκό κερί
τις ρωγμές


(Ο Μ.Μ  προβάρει καινούρια παπούτσια)

Τετάρτη

Νεκρό γέλιο


paint by mat


Είχα διαβεί της οροφής το σήμαντρο
όταν η πρώτη είδηση μεταδόθηκε
στεκόμουν στην στέγη
ενός ανοίκειου κόσμου
ενός ανήμερου θεού
οπού οι λέξεις που ξεστόμιζε
σαν λυγερόκορμες αναλήθειες εκπορνεύονταν

Ήταν τραγικό το υποθετικό τέλος
της εκφωνούμενης υπόθεσης
Όταν ήμασταν όλοι έτοιμοι
να δεχθούμε την προσποίηση
είδα στα μάτια την πρόταση

Ήθελε να μιλήσει

Η γλώσσα σηκώθηκε
κι έκανε το νεκρό κεφάλι 
να διασκεδάσει

Δεν φοβούμαι τους λεπρούς
με τις ακριβές λιμουζίνες
ούτε τα παιδιά που πλαταγίζουν
την αθώα τους πατούσα
στο Βασίλειο του Σαούλ
Φοβάμαι τις κρεμασμένες φτέρνες
που σαν δικηγόροι υπερασπίζονται
τα ασπρόμαυρα φιλμ
Οι ζωγραφιές που σημαδεύουν
το πίσω μέρος του κορμιού
ποτέ δεν φοβούνται,
στην πραγματικότητα είναι δάκρυ
που ποτέ δεν αντλεί όλο το αίμα

Αναλύοντας για πρώτη φορά
τα υπολείμματα της φωτιάς
ακούω τον θλιβερό απόηχο
από τα παπούτσια του εραστή
Μερικές φορές παρασύρομαι από την διασκέδαση
αισθάνομαι τυφλός και δεν βλέπω
την ζημιά που προκαλεί το μπαστούνι μου
Έτσι αναλύω την καμένη αγάπη
περιμένοντας την ερωμένη να επιστρέψει
τότε είναι που η γλώσσα σηκώνεται
και κάνει το νεκρό κεφάλι
να διασκεδάζει

Για αυτό παραμένουμε άλαλοι, κωφοί
στην λαχτάρα της βροχής
να λούσει το βασίλειο στους ώμους μας
όπως φιλά ο εραστής την ερωμένη
στον ύπνο της δικαιοσύνης
όπως κρεμάνε τα παιδιά
τα όνειρα στα δέντρα
με το φθαρμένο λάστιχο του φορτηγού
όπως χαμογελάς στην οροφή του κόσμου
μια αναγομωμένη μέρα

Αλλά
ακούς την πρώτη είδηση
και ξυπνάς γέρος, τυφλός
με την οσμή καμένου νερού
από τα βήματα της παρέλασης

Επιστρέφω μισθοφόρος, πενθών,
με τα πλούτη των μέσα τόπων
άνυδρη γη το σπαρμένο με εκρήξεις σώμα
και τα μάτια φλεγόμενο έλαιο
Αισθάνομαι γέρος
για να χαρίσω το γέλιο μου
στην Βαβυλώνα
στην Ιεριχώ
στο Χαλέπι
Άκουσα όμως την είδηση
με όλο το αίμα να κυλά
στους ώμους της ερωμένης
και το νεκρό κεφάλι να διασκεδάζει
με τον εραστή της δικαιοσύνης

Πόση Σωτηρία να αντέξουν
τα αθώα μου στήθη ;

 mat

Πέμπτη

Αύγουστος



Με κλέβει ο Αύγουστος
με δολοφονεί κομμάτι κομμάτι
σώπασαν τα τζιτζίκια στην αυλή

-κι ετούτο το καλοκαίρι
δεν μύρισε καθόλου –

κρατά εγκατάλειψη στα χέρια
και ξερά στάχυα
καρφωμένα στις μασχάλες
ούτε φεγγάρια ούτε κοχύλια
αλλά , νύχια φαγωμένα
από ματιών οξύ

Είναι φιλήδονος λένε
τον καρτερούν σαν θεό να προσφερθούν
μα εμένα
κάθε φορά και μια φλέβα μου αφαιρεί

Στο τέλος
αυτό που θα μείνει
είναι ο πάσσαλος που στήριζε το σκιάχτρο
κι ένα φθαρμένο πουκάμισο
δίπλα στους φορτωμένους αμπελώνες

Τον άλλο μήνα

ίσως οι χυμοί από τις ώριμες ρόγες
βάψουν τα δάχτυλα
όταν αυτά ψαχουλεύουν τους αδήλωτους χτύπους

Με θλίβει ο Αύγουστος
γιατί μετακομίζει η καρδιά

-βήμα βήμα
παραχωρείται σε άλλη θάλασσα-


mat

Κυριακή

Αγρύπνια


Αγρύπνια




Πως έφτασα εδώ ούτε και ξέρω, 4οκατι χιλιόμετρα μακριά από το ασφαλές μου καταφύγιο 47 χρόνια να βήχουν στο πλευρό μου . 
Με δυο βδομάδων τροφή στο αδύνατο παντελόνι με έναν λεκέ από σμάλτο λευκής ροής , μισό πακέτο τσιγάρα κι έναν καφέ στο πλάι να δίνει μια νότα έμφασης συγγραφικής αγρυπνίας
Πάνε πολλές αξημέρωτες μέρες που χαζεύω τον κέρσορα ή καρφώνω μολύβια στο κρεβάτι γα τον λόγο της ανυπαρξίας Μιας ανόητης στιγμιαίας χαμένης έμπνευσης , ο καφές πάντως δεν είναι της στιγμής , βαρύς διπλός ελληνικός να δυναμώνει την μοναχική συχνότητα των μεγαχερτζ που εκπέμπουν οι ηλεκτρονικές μου σύντροφοι και το δανεικό λάπτοπ .
Θα ‘ήθελα πάρα πολύ να κοιμηθώ στο ατέλειωτο σύμπαν μιας απρόσμενης επιστροφής , παρακαλώ τον εαυτό μου να πιστέψει πως τα κελεύσματα σιγανών βηματισμών δεν σημαίνουν τίποτα άλλο από αυτό που δηλώνουν . Η χαμένη πίστη το σχισμένο ηθικό και η επιφύλαξη , αυτά είναι ξαπλωμένα στο διπλό κρεβάτι με το κινητό τηλέφωνο στο προσκεφάλι να φορτίζει αδυνατώντας να εξημερώσει την απελπισία των διάσπαρτων στιγμών που σκορπίζονται στα μεθυσμένα μου δάχτυλα .
Πέντε λεπτά ήταν αρκετά για να εξαπολύσει το ταβάνι τις ηλεκτροφόρες σμέρνες στο ανέραστο όνειρο , λίγο πριν θελήσουν τα κρύσταλλα των οφθαλμικών βοηθημάτων να πάρουν την κατηφορική στροφή για την απώλεια .
Ψάχνω να βρω μια κούπα να αδειάσω τις στάχτες , να φυλάω τα στοιχειώδη διαγράμματα των κατακαθιών , φευ!
Στα βιβλία του τελευταίου καιρού βρίσκω τις σειρές που χάνονται από την ψυχή μα είναι δύσκολο να τις βάλω σε τάξη και να επαναφέρω τις λανθασμένες στην πρωτόγεννη μορφή .
Θα φτιάξω κι άλλον καφέ προτού ξημερώσει , προτού ξυπνήσει η αχνή μου συνείδηση και χαθούν τα δίχτυα της νυχτερινής συνομιλίας στα νεφρά της άρθρωσης , δεν θα ήθελα να αποδειχθώ μια αδόκιμη προσδοκία όσο κι αν η ερωτευμένη πλευρά επιμένει να, διασκορπίζει τα πέπλα της στα βλέφαρα μου
Βλέπω τον κέρσορα να με κοροϊδεύει , λες και ξέρει πως γράφω ασυνάρτητες σκέψεις οι οποίες μεταφέρουν ένα διαρκές βουητό χλμ μακριά από τον τόπο διεργασίας τους . Ίσως δεν πρέπει να καπνίζω στην διάρκεια της επίπονης καταγραφής τους , επαναστατούν και κρύβονται πίσω από παραγράφους , πίσω από ανύπαρκτες συνομιλίες πίσω από κάδους ανακυκλώσιμων υλικών , σαν επανεγγραμμένα ηλεκτρονικά μηνύματα στην δικαιολογία της ολοήμερης διαπραγμάτευσης .
Βηματίζουν ασύμμετρα τα δαχτυλίδια του καπνού στα δάχτυλα μου , πόσο θα αντέξω ακόμη θεέ μου πριν καταρρεύσει το τελευταίο πρόθεμα ;  Αν σχίσω το ένα χαλκείο θα εμφανιστούν κι άλλα πιο ισχυρά , πιο προστατευμένα και άλλα χέρια δεν έχω σωστά να τα χαϊδέψω .


mat

Μεθυσμένη αυλή

¨Ολη την νύχτα , αδημονούσε η αυλή
να ξεδιψάσει του καλοκαιριού την μέθη
το ρόδο , το μοναδικό στόλισμα του κήπου
τρυγούσε ολοπόρφυρο  του γιασεμιού τον στήμονα
Πλάι – πλάι  οι σκιές 
κέντριζαν με τον λίκνο τους
τα σιδερόφρακτα φεγγάρια
οπού με τις φυλακισμένες λάμψεις
διέγραφαν κύκλους ως κίτρινοι χορευτές
ελάχιστων εκατοστών γύρω απ’ τον εαυτόν τους
ενώ χαρούμενοι λαμπύριζαν οι χαλαζίες του μαρμάρου


Όλη η νύχτα προσπαθούσε να δαμάσει την διάφανη σταγόνα
που εξεγερμένη χάραζε διαδρόμους στο ποτήρι
κι όλο άπλωνε
κι όλο μάζευε κι άλλες
και θέριευε στο τραπέζι
λές και συνωμοτούσε να καταλάβει την αυλή
Στην αρχή ψιθύριζε
κατόπιν φώναζε κι όλο μεγάλωνε
κι όλο τρέχαν οι υπόλοιπες στο κατόπι της
μέχρι που γίναν λίμνη
φτιάξαν ποτάμι γδέρνοντας το μαρμάρινο τραπέζι
κι άλλη λίμνη κι άλλο ποτάμι παρέκει
μέχρι να γίνουν καταρράκτης  
μέχρι να γίνουν θάλασσα
να πνίξουν την αυλή

Έτσι, σταμάτησα να γεμίζω το ποτήρι
Η θρασεία σταγόνα εξατμίσθηκε
πριν φτάσει το τσιμεντένιο πάτωμα  

Ολάκερη την νύχτα
τρυγούσε την μεθυσμένη αυλή
το κόκκινο , μοναδικό της άνθος
λίγο προτού χαράξει ,
μαράθηκε στα χέρια του γιασεμιού .           

mat                

Τρίτη

Το Θέατρο "Μαύρη Σφαίρα" παρουσιάζει "Το Κόκκινο Ρομάντσο" του Α.Γκελμάν





Το Θέατρο-Εργαστήριο ΜΑΥΡΗ ΣΦΑΙΡΑ παρουσιάζει για δώδεκα παραστάσεις το «Κόκκινο Ρομάντσο» του Αλεξάντρ Γκελμάν, σε σκηνοθεσία Τότας Σακελλαρίου και μετάφραση Μάγιας Λυμπεροπούλου.
Έργο βαθιά ανθρώπινο, χαρτογραφεί την ανθρώπινη ύπαρξη με τρυφερότητα και συγκρούεται με την αυτοϊκανοποίηση, τον εγωισμό και την αδιαφορία. Ένας άντρας και μια γυναίκα σε μια τυχαία συνάντηση, τρέφοντας ελπίδες και πόθους, βυθίζονται στην αναζήτηση της αλήθειας τους.

«Νύχτα, οπουδήποτε, άνθρωποι δύο, δώρα, κλοπές, δανεισμοί, περιστροφές, επιστροφές, φιλιά αρπακτικά, πεινασμένοι γλάροι, κραυγές, σταγόνες παλιανθρωπιές, βρωμιές, γέλια, σκόνη, vodka bar, γόπες, πέτρες, καυγάδες, μαχαίρια, λουλούδια, αστέρια, κλειδιά, λέξεις, έξεις, μουσική, μαζί, χωριστά, παντού, μάτια σε έκσταση, μάτια σε στύση, δώρα, κλοπές, δανεισμοί, περιστροφές, επιστροφές, αποστροφές, καταστροφές, νύχια, πληγές, ουλές, ήλιος».                                     

                      Έφη Καλογεροπούλου 






                                                                                                

   Συντελεστές:

Μετάφραση: Μάγια Λυμπεροπούλου
σκηνοθεσία – φωτισμοί: Τότα Σακελλαρίου
Χορογραφία: Ειρήνη Κυρμιζάκη
Μουσική Επιμέλεια: Τόνια Ράμμου
Ενδυματολογική Επιμέλεια: Βασίλης Αφεντούλης
Φωτογραφίες: Στέφανος Μασούρας

Παίζουν: Εύη Σιδέρη, Κώστας Κονταράτος


Info: ΜΑΥΡΗ ΣΦΑΙΡΑ Ζωοδόχου Πηγής 48, Εξάρχεια
        Έναρξη Πέμπτη 7 Ιουνίου και για 12 παραστάσεις,
        κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο  και ώρα: 21:15
        Γενική Είσοδος 10€      

 Κρατήσεις: 2103848060, 6972207531

Σάββατο

Εξαρθρωμένο δάκρυ


Η Μάνα ξεχορτάριαζε το άδειο μνήμα
του πιο μικρού αδερφού της
εκείνου που δεν βρήκαν σώμα για να κλάψουν
και οι ψαλμοί που ανάθρεφαν τους γράβους
σε ξένες ράχες περπατούσαν

Πιο εκείθε ο Πατέρας φύτευε σε αυλάκι σφαίρες
για να έχει γέννημα  ο Φλεβάρης των αθώων
καθώς και τα παιδιά με τα σαπουνισμένα ματια
που άδικα μαχαιρώνουν το φυρό ψωμί 

-Με το λιθάρι σ’ έκοψαν διπλή γυναίκα
την πρώιμη φωτιά στον θρόνο σου φονεύουν –

Μονολογούσε με κάθε βόλι ο Πατέρας
Μοιριολογούσε  η Μάνα με κάθε περιστέρι

Εμείς που δύο λόφοι μας χωρίζαν
εξόριστα ψήναμε αγρίμια
δίχως αλάτι επάνω σε σχισμένες πλάκες
λίγο προτού περάσει ο χειμώνας
και η σκουριά που θέρισε την πέτρα
κρεμάσει το εξαρθρωμένο χέρι

 mat

Ελένη



Η Ελένη πονούσε το νερό
με κρύα χέρια το έσφιγγε
κι όλο πενθούσε τις ψυχές
στις πέτρες που ανθίζανε

Η Ελένη
Η αειθαλής αδερφή μου
που πρώτη περπάτησε

Μικρή χερσόνησος του γαλανού
σκάλιζε ασβεστόλιθους με κοχύλια
και στόλιζε νησιά
κύκλους σε αδράχτι υγρής φωτιάς
που οι κάτοικοι λεηλατούσαν
με μια ευφορία γήινη
κι εκείνο το νερό δάκρυ να μην σταλάζει
που έσωνε ρανίδα την ρανίδα

Η Ελένη ,
η αδερφή μου
ένα χλωμό ηφαίστειο
στην λεκάνη
απόμεινε την δύση να κοιτά
και το λιωμένο στρώμα
που
οι άλικοι σταυροί την διακορεύσαν .

mat

 

Παρασκευή

ΣΤΕΓΗ Ειδικής Θεραπευτικής & Επαγγελματικής Αγωγής Τρικάλων


Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε χρειάζεται να είμαστε ενωμένοι και με όλη μας την Ανθρωπιά παρούσα . Το περιοδικό "σοδειά" στέκεται δίπλα σε όσους έχουν ανάγκη και προσπαθεί για τήν στήριξη του Ιδρύματος   "ΣΤΕΓΗ" Ειδικής θεραπευτικής & επαγγελματικής Αγωγής Τρικάλων να επιβιώσει από τον δύσκολο χειμώνα και από την ανυπαρξία του κράτους .
Βοηθήστε κι εσείς όπως και με ότι μπορεί ο καθένας αυτά τα παιδιά και το εθελοντικό έργο των εκπαιδευτών τους .
Η συνδρομή όλων μας θα χαρίσει ένα χαμόγελο στα χείλη τους και λίγη ζεστασιά στην καρδιά τους
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Αρ. Λογαριασμού : 477/296222-59
Δικαιούχος : ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΟΝΕΩΝ - ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΝΟΜΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ.

ΣΤΕΓΗ
Ειδικής Θεραπευτικής & Επαγγελματικής Αγωγής Τρικάλων




Πληροφορίες για το Ίδρυμα :
          Το έτος 1984 ιδρύεται στην πόλη των Τρικάλων ο «Σύλλογος Γονέων-Κηδεμόνων και Φίλων Ατόμων με ειδικές ανάγκες Νομού Τρικάλων», με πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία και λειτουργία ενός Ιδρύματος το οποίο θα είχε τη δυνατότητα  περίθαλψης, υποστήριξης και επαγγελματικής κατάρτισης Ατόμων Με Ειδικές Ανάγκες.
          Πέντε χρόνια αργότερα, το 1989, το όραμα του Συλλόγου γίνεται πραγματικότητα! Το Ίδρυμα με την ονομασία «Στέγη Ειδικής Θεραπευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής Τρικάλων»,αρχίζει τη λειτουργία του με έδρα την Πύλη. Η Μονάδα στεγάζεται σε κτίριο 895 τετρ. μέτρων που παραχωρήθηκε από την Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, έναντι  συμβολικού τιμήματος.

Το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού και οι στόχοι του Ιδρύματος :
Στην κοινωνία μας, ο άνθρωπος αξιολογείται και η αξία του μετριέται με βάση τη δυνατότητα ενεργητικής συμμετοχής στην παραγωγική και οικονομική του αυτοδυναμία και ανεξαρτησία.  Η ύπαρξη κάποιου μειονεκτήματος, δημιουργεί εμπόδια στην ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με ειδικές ανάγκες στη παραγωγική διαδικασία  και τα κάνει μη ανταγωνίσιμα , σε σύγκριση με τα άλλα άτομα που διαθέτουν περισσότερες φυσικές ικανότητες.
Η αδυναμία αυτή, υποχρεώνει το άτομο να εξαρτιέται από άλλα άτομα  ή φορείς. Η οικονομική εξάρτηση οδηγεί στη συνολική εξάρτηση και αυτή κάνει αναποτελεσματική κάθε προσπάθεια απελευθέρωσης και καταξίωσης.
Αυτή είναι μία πραγματικότητα , την οποία  το Ίδρυμά μας, κυρίως
μέσω της ειδικής επαγγελματικής αγωγής προσπαθεί να ανατρέψει, επιδιώκοντας :
·        Την ολόπλευρη και αποτελεσματική ανάπτυξη και αξιοποίηση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων τους.
·        Την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία.
·        Την αλληλοαποδοχή με το κοινωνικό σύνολο.
Στόχος μας λοιπόν είναι η παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών διαβίωσης, ειδικής αγωγής, επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικής αποκατάστασης νέων με ειδικές ανάγκες.



Προσφερόμενες υπηρεσίες:
          Η Μονάδα φιλοξενεί σήμερα  εικοσιοκτώ  (28) παιδιά που πάσχουν από νοητική υστέρηση μετρίου βαθμού και είναι εκπαιδεύσιμα . Παρέχει προστασία, θεραπευτική αγωγή, διατροφή,  επαγγελματική κατάρτιση και προώθηση των παιδιών  στην αγορά εργασίας. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται  στα παιδιά  εντελώς δωρεάν, χωρίς καμία συμμετοχή των γονέων τους.
Η έννοια της προστασίας έγκειται στο ότι η Μονάδα φιλοξενεί τα  παιδιά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες σε ένα ασφαλές περιβάλλον με τη φροντίδα ειδικών εκπαιδευτών, ώστε οι γονείς τους να μπορούν να απασχοληθούν απρόσκοπτα στις εργασίες τους .
Η θεραπευτική αγωγή περιλαμβάνει:
α) Φυσιοθεραπεία και γυμναστική από καθηγητές φυσικής αγωγής.
β) Μέριμνα για την τήρηση τυχόν  προβλεπόμενης φαρμακευτικής αγωγής από τον ιατρό τους.
γ) Ψυχολογική παρακολούθηση και υποστήριξη από ειδικό ψυχολόγο. Η ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη, επεκτείνεται και στις ίδιες τις οικογένειές τους με επισκέψεις συμπαράστασης και βοήθειας από ψυχολόγο και κοινωνικό λειτουργό.
Η διατροφή περιλαμβάνει:
α) Πρωινό της αρεσκείας τους.
β) Πρόγευμα.
γ) Πλήρες γεύμα το οποίο καθορίζεται από πρόγραμμα σίτισης καταρτισμένο από διαιτολόγο.
Η επαγγελματική κατάρτιση περιλαμβάνει τέσσερα μόνιμα τμήματα.
α) Τμήμα Ανθοκομίας στο οποίο τα παιδιά εκπαιδεύονται στην κατασκευή ανθοσυνθέσεων και διακοσμητικών με αποξηραμένα φυτά, καθώς και με την καλλιέργεια καλλωπιστικών φυτών εσωτερικού και εξωτερικού χώρου και κηπευτικών, σε θερμοκήπιο.
β) Τμήμα Λαϊκής Τέχνης όπου εκπαιδεύονται στη χρήση εργαλείων και μηχανημάτων για την κατασκευή  διαφόρων ειδών  όπως ξυλόγλυπτα, αγιογραφίες, ημερολόγια, χαλκογραφίες, διακοσμητικές κατασκευές από γύψο, ξύλο , σιλικόνη κλπ.
γ) Τμήμα μπομπονιέρας όπου τα παιδιά με την καθοδήγηση των εκπαιδευτών τους κατασκευάζουν μπομπονιέρες γάμου και βάφτισης σε εκατοντάδες πρωτότυπα σχέδια .
δ) Τμήμα Προεπαγγελματικής Κατάρτισης στο οποίο μέσα σε ένα χαρούμενο και φιλικό περιβάλλον , τα παιδιά δοκιμάζονται και αξιολογούνται οι δυνατότητες και οι δεξιοτεχνίες τους, για να ακολουθήσει η ένταξή τους στα τμήματα κατάρτισης. Παράλληλα στο τμήμα αυτό διδάσκονται βασικές γνώσεις όπως γραφή και ανάγνωση, αριθμητική, ατομική υγιεινή, τρόποι κοινωνικής συμπεριφοράς, κυκλοφοριακή αγωγή κα.
Το 2010 δημιουργήθηκε ένα νέο πρωτοποριακό πανελλαδικά τμήμα στη ΣΤΕΓΗ με την ονομασία ΚΕ.Π.Ε.ΑμεΑ (Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης ΑμεΑ). Το ΚΕ.Π.Ε.ΑμεΑ σχδιάζει και υλοποιεί προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και ενημέρωσης για ΑμεΑ και για μαθητές  πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε συνεργασία με την επιστημονική ομάδα της περιβαλλοντικής οργάνωσης ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ και του  Τ.Ε.Φ.Α.Α του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. 
Παράλληλα με τα παραπάνω τμήματα και εκμεταλλευόμενοι προγράμματα του ΟΑΕΔ κλπ, πραγματοποιούνται  ακόμη μαθήματα Κεραμικής, Αγιογραφίας και Ζωγραφικής, Μουσικοθεραπείας και Θεατρικό παιχνίδι.
Η προώθηση στην αγορά εργασίας γίνεται με μια σειρά υποστηρικτικών ενεργειών της Μονάδας και του Συλλόγου όπου μέσα από τη διερεύνηση ειδικών προγραμμάτων απασχόλησης και σε συνεργασία με τον Ο.Α.Ε.Δ, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλους τοπικούς φορείς , προωθούνται τα παιδιά αυτά σε ανάλογες θέσεις εργασίας. Ήδη  πολλά παιδιά μας απασχολούνται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, εργαστήρια και βιοτεχνίες αλλά και στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα.
          Είναι βέβαια προφανές ότι δεν έχουν όλα τα παιδιά τη δυνατότητα να αποκτήσουν τις αναγκαίες γνώσεις ώστε να μπορέσουν να αξιοποιηθούν σε κάποια εργασία. Θα έχουν όμως αποκτήσει αρκετά εφόδια που θα τα βοηθήσουν να αυτοεξυπηρετούνται σε πολλά πράγματα, να αποκτήσουν θάρρος , αυτοεκτίμηση και μία αξιοπρεπή στάση μέσα στην κοινωνία.
Η μετακίνηση των παιδιών γίνεται καθημερινά με λεωφορείο της μονάδας και πάντοτε με συνοδό.  
Υπηρεσίες οικοτροφείου δεν προσφέρει η μονάδα, παρά το γεγονός ότι παλαιότερα προσέφερε με μεγάλη επιτυχία, εξυπηρετώντας έτσι παιδιά απομακρυσμένων περιοχών , που δεν είχαν δυνατότητα καθημερινής μετακίνησης από και προς τη Μονάδα. Οι λόγοι που αδυνατεί σήμερα   να προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσίες είναι κυρίως  η υποδομή που απαιτείται καθώς και οικονομικοί λόγοι.

Προσωπικό :
          Το Ίδρυμα Διοικείται από το Δ.Σ του Συλλόγου «Γονέων-Κηδεμόνων και Φίλων Ατόμων με ειδικές ανάγκες Νομού Τρικάλων» και απασχολεί έξι (7) άτομα  σαν μόνιμο προσωπικό, ήτοι :
·        Μία (1) Δ/κή Διευθύντρια
·        Μια (1) υπάλληλος γραφείου   
·        Έναν (1) Ειδικό Παιδαγωγό
·        Μία (1) Εκπαιδεύτρια Ανθοκομίας
·        Έναν (1) Εκπαιδευτή Λαϊκής Τέχνης
·        Μία (1) Τραπεζοκόμο – Μαγείρισσα
·        Έναν (1) Οδηγό Λεωφορείου.
          Εποχιακά απασχολείται ακόμη μία Υπάλληλος Γραφείου, ενώ μέσω διαφόρων επιδοτούμενων προγραμμάτων απασχόλησης, κυρίως του ΟΑΕΔ απασχολούνται :
·        Μία (1) Γυμνάστρια
·        Μία (1) Ψυχολόγος
·        Μία (1) Κοινωνική Λειτουργός


Ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου η ΣΤΕΓΗ , δεν απολαμβάνει της κρατικής μέριμνας για την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς της. Για το λόγο αυτό τόσο ο Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων των παιδιών που φιλοξενούνται στο ίδρυμα , όσο και το προσωπικό της ΣΤΕΓΗΣ, βρίσκονται σε έναν διαρκεί αγώνα για την εξεύρεση πόρων για τη λειτουργία της μονάδας . Ιδιαίτερα την εξαιρετικά αυτή δύσκολη οικονομικά περίοδο που διανύει η χώρα , όπου οι κοινωνική μέριμνα έχει πληγεί πολύ σοβαρά και οι ασθενείς κοινωνικές ομάδες αποτελούν τα πρώτα και τραγικότερα θύματα της κρίσης, η ΣΤΕΓΗ βιώνει έντονα τις συνέπειές της.
Τα έσοδα του ιδρύματος πηγάζουν κυρίως από πωλήσεις έργων των παιδιών (αγιογραφίες, διακοσμητικά , μπομπονιέρες κλπ) από δραστηριότητες της μονάδας ( περιβαλλοντική εκπαίδευση σε σχολεία) και από δωρεές και χορηγίες σε είδος, σε χρήματα ή εθελοντική εργασία από απλούς πολίτες, επιχειρήσεις , οργανώσεις και φορείς. 
Όσο υπάρχουν ευαισθητοποιημένοι πολίτες αρωγοί και συμπαραστάτες στο έργο μας, η ΣΤΕΓΗ θα συνεχίσει να αποτελεί καταφύγιο και ελπίδα για τα παιδιά και τις οικογένειές τους .